Εγγυημένες Τιμές στο Χωράφι: Μύθος ή Πολιτική Επιλογή;
Στις πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις που συγκλόνισαν τη χώρα και τον Θεσσαλικό κάμπο, κυρίαρχο αίτημα ήταν η «Κατώτατη Εγγυημένη Τιμή».
Ήταν το δίκαιο αίτημα ενός κλάδου που παλεύει για την επιβίωσή του, βλέποντας το κόστος παραγωγής να εκτοξεύεται και τις τιμές πώλησης να κατακρημνίζονται. Η κυβέρνηση το απέρριψε ασυζητητί, χρησιμοποιώντας ως μόνιμο άλλοθι την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους κανόνες ανταγωνισμού.
Ήταν το δίκαιο αίτημα ενός κλάδου που παλεύει για την επιβίωσή του, βλέποντας το κόστος παραγωγής να εκτοξεύεται και τις τιμές πώλησης να κατακρημνίζονται. Η κυβέρνηση το απέρριψε ασυζητητί, χρησιμοποιώντας ως μόνιμο άλλοθι την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους κανόνες ανταγωνισμού.

Είναι όμως αλήθεια ότι «οι Βρυξέλλες δεν μας αφήνουν»; Η απάντηση έρχεται από την Ισπανία, μια χώρα που σέβεται τον αγροτικό της τομέα. Η Ισπανία, εφαρμόζοντας τις αρχές της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/633 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, απέδειξε ότι η προστασία του παραγωγού είναι απόλυτα συμβατή με το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Εκεί, η κυβέρνηση δεν όρισε αυθαίρετα τιμές (κάτι που όντως απαγορεύεται), αλλά έκανε κάτι πιο έξυπνο και ουσιαστικό: Με τον «Νόμο για την Αλυσίδα Τροφίμων» απαγόρευσε ρητά την πώληση αγροτικών προϊόντων κάτω του κόστους παραγωγής. Πρακτικά, κανένα συμβόλαιο δεν θεωρείται νόμιμο αν η τιμή δεν καλύπτει αποδεδειγμένα τα έξοδα και την αξία της εργασίας του αγρότη. Την τήρηση του νόμου ανέλαβε η ανεξάρτητη αρχή AICA, επιβάλλοντας αυστηρά πρόστιμα στους παραβάτες. Όπως επισημαίνουν διεθνείς αναλυτές (π.χ. Ecomercio Agrario), η Ισπανία είναι πλέον ο ηγέτης στην Ευρώπη στον έλεγχο της αγοράς, μετατρέποντας το κράτος στον «πιο σταθερό σύμμαχο» των παραγωγών.
Στη χώρα μας και στην Καρδίτσα, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Στην εμπορία των αγροτικών προϊόντων (βαμβάκι, βιομηχανική ντομάτα, καπνός, σιτάρι κ.λπ.) κυριαρχεί η στρέβλωση της «συμβολαιακής γεωργίας».

Ας είμαστε ειλικρινείς: Ποιος άλλος επαγγελματίας στον κόσμο λειτουργεί με τέτοιους όρους; Ποιος εργολάβος θα συμβιβαζόταν με «ανοιχτή τιμή» στην πώληση μιας οικοδομής για την οποία έχει πληρώσει ήδη υλικά και εργατικά; Θα ήταν ικανοποιημένος και ασφαλής με την προοπτική να πληρωθεί μετά από έξι μήνες, ανάλογα με το πώς θα κλείσει το χρηματιστήριο του σιδήρου και του μπετόν; Είναι αδιανόητο για οποιονδήποτε κλάδο, αλλά για τον αγρότη θεωρείται «κανονικότητα».
Ο παραγωγός δεσμεύεται μέσω συμβολαίου να παραδώσει την ποσότητα και την ποιότητα της σοδειάς του, αλλά συχνά πέφτει στην παγίδα της «ανοιχτής τιμής». Παραδίδει το προϊόν του χωρίς κλειδωμένη τιμή και περιμένει εκ των υστέρων την εκκαθάριση με βάση τα χρηματιστήρια, όταν το προϊόν έχει πια φύγει από τα χέρια του. Το αποτέλεσμα; Να μένει μόνιμα εκτεθειμένος.
Η λύση δεν είναι η κατάργηση των συμβολαίων, αλλά η θωράκισή τους. Τα συμβόλαια πρέπει να έχουν ως απαράβατη βάση εκκίνησης το κόστος παραγωγής. Οτιδήποτε λιγότερο, πρέπει να θεωρείται αθέμιτη πρακτική.
Η Ευρώπη δίνει τα εργαλεία, όπως απέδειξαν οι Ισπανοί. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να σταματήσει να κρύβεται πίσω από «κοινοτικές δικαιολογίες» για να μην συγκρουστεί με συμφέροντα. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω της επίσημης πολιτικής της για την αγροδιατροφική αλυσίδα, ενθαρρύνει τα κράτη-μέλη να πατάξουν τις καταχρηστικές πρακτικές που στερούν από τον αγρότη τη δίκαιη αμοιβή του.
Το ζήτημα δεν είναι τεχνικό, είναι καθαρά θέμα πολιτικής βούλησης.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το χωράφι είναι «ανοιχτό εργοστάσιο», δεν είναι καζίνο για να ποντάρεις τους κόπους μιας χρονιάς στην τύχη.
Links σχετικών δημοσιευμάτων:


